Ένοχη πρόσφυγας

Ένοχη πρόσφυγας

Ένοχη πρόσφυγας

#refugeeswelcome

Τι σου είναι όμως ο ανθρώπινος νους! Τη στιγμή ακριβώς που η ψυχή φωνάζει «δεν αντέχω», το μυαλό να κλωθογυρίζει γύρω από σκέψεις που πονάνε.

Είναι καιρός τώρα που αποφεύγω το θέμα «λαθρομετανάστες». Δεν βλέπω τηλεόραση, δεν διαβάζω ειδήσεις, δεν κοντοστέκομαι σε φωτογραφίες και εικόνες. Είναι από τις λίγες φορές που συμβαίνει κάτι τόσο συνταρακτικό στη χώρα κι εγώ δε θέλω να ξέρω. Δεν αντέχω να ξέρω.

Είπαμε όμως…το μυαλό δεν σου κάνει πάντα το χατήρι.

Είναι καιρός τώρα που σκέφτομαι τις διηγήσεις του παππού μου. Ήταν 7 χρονών όταν η μάνα του τον έβαλε σε ένα καράβι κάπου στα παράλια της Μικράς Ασίας, μαζί με τα αδέρφια του για να έρθουν στην Ελλάδα. Μετά τη γενοκτονία των Ποντίων και τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο παππούς μου, όπως και εκατομμύρια άλλοι  Έλληνες ανήκε στους «ανταλλάξιμους», αυτούς δηλαδή που υποχρεώθηκαν να αφήσουν τα σπίτια τους, το βιος τους, τη ζωή τους ολόκληρη και να χτίσουν μια καινούρια ζωή, μακριά από τον πόλεμο.

Ο παππούς μου ήταν πρόσφυγας. Σήμερα μάλλον θα τον ονόμαζαν μετανάστη, ίσως και λαθρομετανάστη. Κάποιοι θα τον προσφωνούσαν υποτιμητικά «λάθρο». Και ήταν μόλις 7 χρονών!

Μου περιέγραφε τις άθλιες συνθήκες με τις οποίες ταξίδεψαν για να έρθουν στην Ελλάδα. Την βρωμιά, τις αρρώστιες, την αγωνία της 27χρονης τότε μάνας του να σέρνει τέσσερα παιδιά δεξιά κι αριστερά προσπαθώντας να τα σώσει. Τελικά έσωσε μόνο τα δύο…και μετά πέθανε η προγιαγιά μου. Ήταν μόλις 27 χρονών.

 Μου έλεγε για τους καταυλισμούς που τους έστηνε τότε το ελληνικό κράτος και για τα συσσίτια. Μου μιλούσε για τις ομαδικές μετακινήσεις…Θεσσαλονίκη, Θήβα, Φλώρινα. Να ψάχνεις για πατρίδα και καμιά πατρίδα να μη σε θέλει.

Οι γηγενείς δεν τους ήθελαν και τους έβλεπαν με μισό μάτι. Τους φοβόταν, φοβόταν ότι θα τους πάρουν τις δουλειές και τη γη τους. Δεν τους παρεξηγούσε ο παππούς.  Ήταν φυσιολογικό να φοβούνται τους «ξένους», τη μιζέρια τους, τις αρρώστιες τους, την φτώχεια τους.

 Η δυστυχία δεν αρέσει σε κανέναν ούτε καν σαν εικόνα.

Είναι καιρός τώρα που αποφεύγω να κοιτάξω τη δυστυχία. Χθες όμως κοίταξα. Είδα την ελπίδα θαλασσοπνιγμένη, ξεβρασμένη, πεταμένη σαν κουρέλι. Κι έμεινα εκεί να κοιτάω πολλή ώρα, έτσι σαν τιμωρία για την ενοχή μου. Γιατί νιώθω ένοχη…κι εγώ. Και όπως έγραψε ο αγαπημένος μου Αύγουστος Κορτώ στη σελίδα του στο Facebook

«Ούτε εγώ θέλω να τις ξαναδώ, μα από τότε που τις είδα θα τις βλέπω κάπου μέσα μου για πάντα – και μάλιστα νομίζω πως αυτό είναι το πρέπον, η μικρή, τιποτένια τιμωρία μου για το ότι είμαι κι εγώ κομμάτι αυτού του σάπιου, σκάρτου, φριχτού κόσμου.»

Δεν νιώθω ένοχη για την αδυναμία μου, για την ανικανότητα μου να αλλάξω αυτήν την σάπια κατάσταση. Ποια είμαι εγώ άλλωστε; Τι μπορώ να κάνω για το δράμα αυτών των ανθρώπων; Τίποτα. Απολύτως τίποτα. Ο πόλεμος είναι το πιο φρικιαστικό, ειδεχθές έγκλημα. Υπάρχει όμως από τις απαρχές της ανθρώπινης κοινωνίας και είναι τόσο πιθανό να εξαλειφθεί όσο πιθανό είναι να σταματήσει να γυρίζει τούτη η γη. Ίσως γι’αυτό να μην αντέχω την εικόνα της δυστυχίας. Επειδή νιώθω αδύναμη να την αλλάξω, να τη διορθώσω.

Νιώθω ένοχη όμως για τη λήθη μου. Νιώθω ένοχη επειδή ξέχασα. Ξέχασα την ιστορία μου, τις διηγήσεις του παππού μου, τη δυστυχία που έχει περάσει στο dna μου. Ξέχασα τι θα πει να «ψάχνεις για πατρίδα και καμία πατρίδα να μη σε θέλει.» Ξέχασα ότι στο δικό μου χέρι είναι να βρει πατρίδα η ελπίδα.

Διάβασα χθες το βράδυ την αγωνία πολλών υπεύθυνων και ανεύθυνων για το κόστος που έχει η διάσωση των «λαθρομεταναστών» για την Ελλάδα. Ανάμεσα τους και εν ενεργεία βουλευτές. Και αναρωτιέμαι:

Αλήθεια πόσο κοστίζει η ανθρώπινη ζωή; Πόσο κοστολογείται;

Η ανθρώπινη ζωή δεν έχει εθνικότητα, δε γνωρίζει σύνορα, δεν κοστολογείται. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια για την οποία τόσος λόγος έγινε τους τελευταίους μήνες όταν εμείς ήμασταν στη θέση του αδύναμου, δεν έχει τιμή. Και τώρα…εμείς είμαστε οι δυνατοί, αυτοί που πρέπει να σεβαστούμε την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτοί που πρέπει να αγκαλιάσουμε, να αποδείξουμε ότι τα ηρωικά όχι και τα ηρωικά ναι δεν είναι αυτά που βροντοφωνάζονται, αλλά αυτά που σιγοψιθυρίζονται στο αυτί του διπλανού μας, όποιος κι αν έτυχε να είναι αυτός.

Νιώθω ένοχη…επειδή κάπου στο βάθος μου είμαι κι εγώ πρόσφυγας.

Δεν θα σου δείξω όμως καμία εικόνα δυστυχίας. Σου αναγνωρίζω άλλωστε το δικαίωμα να μην θέλεις να την κοιτάξεις, όπως κι εγώ μέχρι χθες.

Λίγα λόγια μόνο. Όχι δικά μου…της Διδώς Σωτηρίου. Άλλωστε ήταν τέτοιες μέρες, Σεπτέμβριος του 1922, πριν μόλις 93 χρόνια όταν κάηκε η Σμύρνη.

Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ’ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δένδρα και στα χωράφια το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδίς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας του Βόλου, της Πάτρας.
        Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπαρκάρανε στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Πού να ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; τι να ξεχάσουν; τι να πράξουν; πού να δουλέψουν; πώς να ζήσουν;

(Οι νεκροί περιμένουν-απόσπασμα)

Ένοχη πρόσφυγας
Ένοχη πρόσφυγας

Photo:Plasticobilism

Η σελίδα μας στο facebook για να μοιραζόμαστε! 

Σας περιμένουμε και στην κλειστή ομάδα μας “Δεν είμαι τέλεια μαμά” για να γίνουμε μια όμορφη παρέα

Facebook
Twitter
LinkedIn
Pinterest

2 Comments

  1. Αχ, βρε Χριστίνα μου…. πόσο δίκιο έχεις, τι υπέροχο άρθρο. Μακάρι να το διάβαζαν όλοι!

    Ήταν και ο δικός μου παππούς, 12 χρονών τότε, ανάμεσα σε όσους “συνωστίζονταν” στα παράλια της Μικράς Ασίας για να μεταβούν στον Πειραιά. Και βρέθηκε στο Κάιρο και έχασε (ευτυχώς για λίγο) τους γονείς του, που τελικά τους είχαν βάλει σε άλλο πλοιάριο.
    Και μετά από καιρό έφτασε στον προορισμό του και κατάφερε να τους βρει.
    Και άντε να ξαναστήσεις τη ζωή σου μετά και να καταφέρεις να επιβιώσεις σε έναν τόπο νέο, “ξένο” και αφιλόξενο, όπως πολύ σωστά λες.

    Και τώρα βλέπω όλους αυτούς τους ανθρώπους… νέους, αξιοπρεπείς, οικογενειάρχες, μορφωμένους, με τα παιδιά τους και τα λιγοστά υπάρχοντα και τις οικονομίες τους να “συνωστίζονται” στα δικά μας παράλια, στα δικά μας πλοιάρια. Καταδιωκόμενοι και από παντού και σχεδόν “κατηγορούμενοι” και από πάνω. Αν είναι δυνατόν!

    Να σας πω και κάτι…. το ξέρω από προσωπική εμπειρία και συναναστροφή μαζί τους, έχω δουλέψει για πολλά χρόνια με Σύριους, έχω ταξιδέψει στη χώρα τους πριν συμβούν όλα αυτά. Είναι άνθρωποι αξιοπρεπείς, ζούσαν μια χαρά τις ζωές τους, είχαν τις σπουδές, τις δουλειές, τις οικογένειες και τις ασχολίες τους σε μια χώρα πολύ ιδιαίτερη και όμορφη. Δε μας είχαν ανάγκη. Ούτε τώρα μας έχουν. Λίγο από το χώρο μας ζητούν για να μπορέσουν να βρουν τον τρόπο να ανασάνουν και πάλι.

    Ας τους το επιτρέψουμε και θα βρουν το δρόμο τους!

  2. Υπέροχο το άρθρο σου Χριστίνα! Έθιξες ένα τεράστιο για μένα θέμα, δεν ξέρω γιατί αλλά και εγώ αρνουμε να γράψω για τους μετανάστες, παρόλο που ζώ στην Μυτιληνη και οι εικόνες που αντικρίζω καθημερινά ειναι θλιβερές.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

You May Also Like